Οταν κανεις λαθη, πρεπει να εισαι ετοιμος να πληρωσεις τα διδακτρα!!! Τα πληρωσα... τα ξοφλησα... τελος!!! Καλη αρχη, καρδια μου..............
Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011
Τις νιωθω τις λεξεις στο στηθος μου...γρονθοκοπιουνται, θελουν να βγουν, με πονανε!! Δεν εχουν σειρα οι λεξεις, δεν εχουν ουσια...πια!! Ενας κρυφος πυρετος καιει τα δακρυα και αυτα μαζι τις σκεψεις μου...σταχτες σκορπιζονται πανω στα μαλλια μου, και τα ονειρα σκεπαζονται μ'ενα ασπρο-γκρι πεπλο.. το χρωμα της μοναξιας μου...
Καλη αναρρωση, καρδια μου... πρωτα απο τη θλιψη σου και μετα απο την εποχη σου...
Νίκος Καββαδίας -ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ-
Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες-
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ' Αλγέρι.
Θυμάμαι, ως τώρα να 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:
«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν' αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.
Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.
Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.
Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις.»
-Πόσο έχει; - Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ΄το.
Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ' έκαμε και το 'καμα δικό μου,
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες-
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ' Αλγέρι.
Θυμάμαι, ως τώρα να 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:
«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν' αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.
Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.
Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.
Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις.»
-Πόσο έχει; - Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ΄το.
Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ' έκαμε και το 'καμα δικό μου,
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...
Κ.Γ.Καρυωτάκης -όλα τα πράγματά μου-
Ολα τα πράγματά μου έμειναν όπως
να 'χω πεθάνει πριν από καιρούς.
Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος,
και γράφω με το δάκτυλο σταυρούς.
να 'χω πεθάνει πριν από καιρούς.
Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος,
και γράφω με το δάκτυλο σταυρούς.
Ολα τα πράγματά μου αναθυμούνται
μιαν ώρα που περάσαμε μαζί,
σ' εκείνη τα βιβλία μου λησμονούνται,
σ' εκείνη το ρολόι ακόμα ζει.
Ηταν ευτυχισμένη τότε η ώρα,
ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό.
Εχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα,
κι έμεινε το παράθυρο κλειστό.
Κανένας, ούτε ο ήλιος, πια δε μπαίνει.
Το ερημικό μου σπίτι αντιβοεί
στην ώρα κείνη ακόμα, που σημαίνει,
αυτή μονάχα, βράδυ και πρωί.
Δεν ξέρω δω ποιος είναι τώρα ο τόπος,
σε ξέρω ποιος χαράζει τους σταυρούς,
κι όλα τα πράγματά μου έμειναν όπως
να 'χω πεθάνει πριν από καιρούς.
Κ.Γ.Καρυωτάκης - οι στίχοι μου-
Δικά μου οἱ στίχοι, ἀπ᾿ τὸ αἷμα μου, παιδιά.
Μιλοῦνε, μὰ τὰ λόγια σὰν κομμάτια
τὰ δίνω ἀπὸ τὴν ἴδια μου καρδιά,
σὰ δάκρυα τοὺς τὰ δίνω ἀπὸ τὰ μάτια.
Πηγαίνουν μὲ χαμόγελο πικρό,
ἀφοῦ τὴ ζωὴν ἀνιστορίζω τόσο.
Ἥλιο καὶ μέρα καὶ ἥλιο τοὺς φορῶ,
ζώνη νὰν τά ῾χουν ὅταν θὰ νυχτώσω.
Τὸν οὐρανὸν ὁρίζουν, τὴ γῆ.
Ὅμως ρωτιοῦνται ἀκόμα σὰν τί λείπει
καὶ πλήττουνε καὶ λιώνουν πάντα οἱ γιοὶ
μητέρα ποὺ γνωρίσανε τὴ Λύπη
Τὸ γέλιο τοῦ ἁπαλότερου σκοποῦ,
τὸ πάθος μάταια χύνω τοῦ φλαούτου·
εἶμαι γι᾿ αὐτοὺς ἀνίδεος ρήγας ποὺ
ἔχασε τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ του.
Κεῖ ρεύουνε καὶ σβήνουν καὶ ποτὲ
δὲν παύουνε σιγά-σιγὰ νὰ κλαῖνε.
Ἀλλοῦ κοιτώντας διάβαινε, Θνητέ·
Λήθη, τὸ πλοῖο σου φέρε μου νὰ πλένε
Αν ζούσαμε στο χθες...
Στον σταθμο... η πινακιδα γραφει το ονομα της πολης και μου προκαλει δεος... μια παραξενη ελξη! Απ'το μεγαφωνο ακουγονται καποιες μπερδεμενες φωνες... το τρενο εχει καθυστερηση, περασε πριν λιγο... δε θα περασει... ποτε! Προσπαθω να καταλαβω κι ολα ειναι αλλοκοτα... κανενας γυρω μου... σκυβω κι ακουμπαω στις ραγες μηπως ακουσω τον ηχο, προσπαθω... περιμενω! Ακουγεται ενας ηχος... μακρινος, γνωριμος... κατι μου θυμιζει! Ξερω οτι αν μεινω λιγο ακομα μπορει και να με πατησει το τρενο, αλλα δε φευγω... αν ζουσαμε στο χθες, τι θα γινοταν;
...Δεν υπαρχει τιποτα που να μας παει παλι πισω, δε βλεπω τιποτα μπροστα μας... εκεινο το τρενο που πηγαμε μαζι Αθηνα, εχει μεινει εκει... εγκλωβισμενο, χωρις φωτα, χωρις επιβατες, εμας περιμενε τοσα χρονια... τωρα δεν υπαρχει λογος να βαλει μπρος τη μηχανη, ετσι δεν ειναι; Ας το αφησουμε λοιπον να παρει αλλους επιβατες, αλλους προορισμους... κι ισως, που ξερεις, να βρεθει ο ενας απ' τους δυο παλι μεσα... ευχησου μοναχα να ειναι ο προορισμος αληθινος... ευχησου μοναχα να ειναι δικος του...
Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
Γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο;
Βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου
και το μετά απ' το μετά γνωρίζω
Αν είχα θάρρος για να πω το "έλα"
τώρα δε θα 'χα τη φωτιά στο αίμα
Αν είχε χρώμα θα 'ταν άσπρη η τρέλα
Αν είχε σώμα θα 'ταν πάλι ψέμα.
Κοίτα τα χέρια πως γυρνούν στον τοίχο
σαν να χορεύουνε με τη σιωπή μου
κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο
που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου
μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη
και τη χαρίζω σ' όποιον μου εξηγήσει
να 'χει το μέλλον μου να επιλέξει
ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει...
Τίποτα σημαντικό.
Ζω μονάχα εν λευκώ...
Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
καλά τα λεν οι έγχρωμοί μου φίλοι
το πρόβλημά μου η υπερβολή μου
κι ό,τι αργεί απάντηση να στείλει
Αν είχε το θάρρος να φανεί ο λόγος
τώρα δε θα 'τανε φωτιά στο αίμα
Αν είχε χρώμα θα 'ταν άσπρο ο φόβος
Αν είχε σώμα θα 'ταν σαν κι εμένα.
Αν σ' αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
κι αν θες να δεις τ' αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν' ανέβεις.
Και σε λυπούνται που δεν το 'χεις νιώσει
κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
πως η σιωπή σου ήταν χρόνια κρότος.
Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα
Δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο
κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω
Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
μ' αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα
του λέω μια φράση σαν να υπεκφεύγω
με μια ελπίδα να 'ναι σαν κι εμένα...
Γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο;
Βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου
και το μετά απ' το μετά γνωρίζω
Αν είχα θάρρος για να πω το "έλα"
τώρα δε θα 'χα τη φωτιά στο αίμα
Αν είχε χρώμα θα 'ταν άσπρη η τρέλα
Αν είχε σώμα θα 'ταν πάλι ψέμα.
Κοίτα τα χέρια πως γυρνούν στον τοίχο
σαν να χορεύουνε με τη σιωπή μου
κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο
που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου
μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη
και τη χαρίζω σ' όποιον μου εξηγήσει
να 'χει το μέλλον μου να επιλέξει
ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει...
Τίποτα σημαντικό.
Ζω μονάχα εν λευκώ...
Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
καλά τα λεν οι έγχρωμοί μου φίλοι
το πρόβλημά μου η υπερβολή μου
κι ό,τι αργεί απάντηση να στείλει
Αν είχε το θάρρος να φανεί ο λόγος
τώρα δε θα 'τανε φωτιά στο αίμα
Αν είχε χρώμα θα 'ταν άσπρο ο φόβος
Αν είχε σώμα θα 'ταν σαν κι εμένα.
Αν σ' αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
κι αν θες να δεις τ' αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν' ανέβεις.
Και σε λυπούνται που δεν το 'χεις νιώσει
κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
πως η σιωπή σου ήταν χρόνια κρότος.
Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα
Δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο
κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω
Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
μ' αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα
του λέω μια φράση σαν να υπεκφεύγω
με μια ελπίδα να 'ναι σαν κι εμένα...
ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ...
Βασισμένη χρόνια σε γράμματα και σε ψεύτικες παρουσίες. Καμμένα πρόσωπα και βλέμματα θαμμένα. Στροφή στην άπεραντη μοναξιά και στ' ανυπόμονα φιλιά! Λερωμένα σεντόνια από μείξεις αρωμάτων. Αρώματα που ποτίζουν το μυαλό, που λερώνουν τις σκέψεις και μια σκιά ψυχής. Περιμένει μια λύτρωση. Λυτρώνουν τα φιλιά, τα πόδια τ' ανοιχτά... και δυο βαμμένα μάτια... δυο χείλη κόκκινα παντοτινά αι μια ζωή μαύρη για πάντα... για πάντα όταν η θέληση πνίγεται μαζί με την αντίσταση στο ποτό και στο τσιγάρο. Καίγονται τα στρώματα με την καρδιά. Παίρνουν φωτιά τα σώματα και το μυαλό έρμαιο σε ποτάμι βαθύ από ξεχασμένα δάκρυα. Χρόνια βαμμένα κόκκινα. Ζωή παθιασμένη, βουτηγμένη στη συνήθεια και στα εύκολα λεφτά... σκ'ορπια κι αυτά πάνω σε σεντόνια μαζί με την αξιοπρέπεια και την αντοχή. Ποιος φόβος είναι ικανός για την επιστροφή; Ποιά αγκαλιά για λύτρωση πραγματική; Λύτρωση για μια ψυχή ανήμπορη να αντιδράσει... κι ένας θάνατος λευκός... τόσο λευκός όσο το βρέφος που γεννήθηκε από τον ψεύτικο έρωτα της ηδονής. Ένα βρέφος που σκότωσε τη μάνα του στο όνομα της ντροπής.
...ξύπνα 'με!!!
Ένας ύπνος εφιαλτικός έπεφτε πάνω μου και δεν είχα τη δύναμη ν' ανοίξω τα μάτια... όνειρα γλυκά με φρικιαστικές παρουσίες ήταν η συντροφιά μου. Άκουσα κάτι βήματα και τρόμαξα... ήθελα να ξυπνήσω, να δω τί ήταν αυτό που πλησίαζε το δωμάτιό μου μέσα απ' το στενό διάιδρομο... ποιά σκιά μπαίνει και κάθεται απαλά στο κρεβάτι μου. Η μορφή φωτίζεται από το φως που προσπάθει να μπει απ' το κλειστό παράθυρο... η σκιά παίρνει φως... δεν τρομάζω... ούτε πλησιάζω... κοιτώ και ζωγραφίζω τη μορφή με αόρατα μολύβια μην την ξεχάσω... η σκιά σηκώνεται και απλώνει το χέρι προς το μέρος μου και δεν προλαβαίνω να τελειώσω τον πίνακα μου... δίνω το χέρι χωρίς δισταγμό με την ελπίδα πως θα τελειώσω τη ζωγραφιά μου... φεύγουμε μαζί απ' το δωμάτιο κι ακούω μόνο τα δικά του βήματα, σα να πετάω εγώ λίγα χιλιοστά πιο πάνω απ' το έδαφος. Μπαίνουμε στο σκοτάδι κι ακολουθούμε ένα φως... οι σκέψεις μου είναι αλλόκοτες, χαρούμενα αλλόκοτες... σα να βρίσκομαι σ' ένα λυτρωτικά γλυκό όνειρο... ξύπνα 'με...
05.Δεκ.2008
Κυριακή 13 Μαρτίου 2011
Λαβύρινθος οι σκέψεις μου,
τα δάκρυα στα μάτια πέτρωσαν,
μαρμάρωσαν...
Φωτιά στα όνειρα και στάχτες σκορπισμένες στον ορίζοντα!
Απόψε έκανες και πάλι το κορμί μου να ριγά...
Τα λόγια σου κρυστάλλινο προσωπείο,
που το φοράς τις ματωμένες νύχτες σου για να κρυφτείς απο το είδωλο εκείνου του παλιού καθρέφτη...
Ξέχασες όμως κάτι...
Εκείνο το θολό καθρέφτισμα σου,
άφησε ανεξίτηλα σημάδια στον καθρέφτη της δικής μου της ψυχής.
Τώρα πια δεν υπάρχει εκείνος ο παλιός καθρέφτης που σε πλάνεψε και σ'έκανε να πιστέψεις σε κάτι που δεν είναι αληθινό!
Αρκεί να κοιτάξεις μέσα μου κι εκεί θα βρείς το είδωλο που έχασες εδώ και χρόνια...
Μονάχα μέσα μου θα βρείς ποιός πραγματικά είσαι!
Λοιπόν...;;;
Τολμάς ν'ανταποδώσεις εκείνο μου το βλέμμα;
Είναι φερμένο από την τέφρα της αβύσσου μιάς άλλης εποχής!
Η ζώη μας χρωστάει να το ξέρεις,
και τώρα ήρθ'η ώρα της πιό γλυκίας ανταμοιβής!
Να έχω εγώ εσένα κι εσύ εμένα...
Τίποτα δεν άλλαξε,
όλα σταμάτησαν από τότε,
έμειναν εκεί πίσω,
στο παρελθόν...
Σε μιά αλλή ζωή που μας οφείλει...ακόμα πολλά!
Μαριάννα -Μαρία Πολυδούρη-
I
Στὸν Ἄσπρο Πύργο,
στὴν πέρα χώρα,
κόσμος πουλάκια
κι᾿ ἄνθη πληθώρα.
Τί περιβόλια
δροσιὰ καὶ μύρα.
Τὸ περιγιάλι
φωτοπλημμύρα.
Στὸν Ἄσπρο Πύργο
λὲς ἔχει ἀφήσει
ὅλα τὰ χάδια της
γλυκιὰ μία φύση.
Ἡ γαλανὴ
τ᾿ οὐρανοῦ γαλήνη
μέσα στὸ κύμα
τὰ μάγια λύνει.
Κ᾿ ἔχει στὰ μάτια
κάθε κοράσι
τὸ μαγεμένο
τὸ ἀκροθαλάσσι.
Οἱ νιὲς κεῖ πέρα
πῶς περπατᾶνε
κ᾿ ἔχουνε κάτι
σὰ νὰ σκιρτᾶνε.
Κ᾿ οἱ νιοὶ γλεντᾶνε
κ᾿ ἔχουν καμάρι
γιὰ τὶς ματιές τους
ποὔχουνε πάρει.
Κάθε ὀμορφάδα
γλυκιὰ καὶ πλάνα
καὶ μέσα σ᾿ ὅλες
κ᾿ ἡ Μαριάννα.
Ὦ Μαριάννα
ποιὸς δὲ σὲ ξέρει;
Κάθε ματιά σου
κ᾿ ἕνα νυχτέρι.
Τὸ πέρασμά σου
ποιὸς θὰ χορτάση;
Τὸ καρδιοχτύπι
καὶ τὸ γιορτάσι.
Μὰ ἡ Μαριάννα
ἔχει μία θλίψη
σὰ νὰ τῆς ἔχουν
τὰ πάντα λείψει.
Καημὸς ἀγάπης
χρόνια τὴ λυώνει
κι᾿ ὅλο θεριεύει
ὅσο παληώνει.
ΙΙ
Στὸν Ἄσπρο Πύργο
ἡ αὐγὴ προβάλλει
δὲν τὴν ξανάειδαν
μὲ τέτοια κάλλη.
Γλυκοξυπνοῦνε
τὰ μάτια ταίρια,
τώρα ποὺ σβήνουν
ψηλὰ τ᾿ ἀστέρια.
Βγῆκε τὸ ἀγέρι
νὰ περπατήση
μέσα στοὺς κήπους,
πρὶν νὰ φωτίση
Καὶ θὰ κατέβη
στὸ ἀκροθαλάσσι
μ᾿ ὅλα τὰ μύρα
ποὺ θἄχη μάσει.
Μονάχα ἂς ἔρθη
γλυκὰ κι᾿ ἀγάλι
πάνω στὸ κύμα
στὸ προσκεφάλι
Ποὺ τὴ λικνίζει
σὰν κοιμισμένη
τὴν πιὸ ὡραία,
τὴν πιὸ θλιμμένη.
Παραμύθι..........
Τα λογια μας, τα ονειρα που εσταζαν αιμα, τα ψευτικα ονειρα σαν αφορμη για μια κουβεντα...οι ιδιες φυλακες οπως παντα... καθε σου κινηση μια απαλλαγη απο 'μενα... ισως και να ησουν αυτος που περιεγραφα και τον εσπρωχνα στα παραμυθια, να ζει τη δικια του αληθεια μεσα στους ιδιους, κοινους μυθους των ανθρωπων... αλλα δικοι σου οι δρακοι κι οι νεραιδες, δικα σου ολα τα λαβωμενα ξωτικα και τα δαση με τα παραμελλημενα σπιτια... ενα παραμυθακι τοσο ασημαντο, που δεν ακουγε κανεις... κι εγω τοσο κοντα του, να στηνω τις λεξεις, να τις απλωνω και να τις τοποθετω προσεκτικα να μη διαλυσουν την μαγεια. Τα ονειρα του πηραν αλλη τροπη, κι εφυγαν στην κακια μαγισσα, να παρουν αφορμη, να ματωσουν, να δωσουν το δηλητηριο και να πεθανουν, να φυγουν, να αιωρηθουν, να δυναμωσουν... οι εικονες εγιναν μαυρες, χαθηκαν στην ομιχλη και το φως εσβησε...πηρε μαζι του τις λεξεις που τωρα πια ειναι σκορπια γραμματα, κανενα νοημα... καμια αληθεια! Η εικονα εγινε φθηνη, παραμερισμενη... ριγμενη σε μια ιδρωμενη γωνια... να γινει μυθος, κι αυτοι που το διαβαζουν να αναρωτιουνται αν οντως υπηρξε στ'αληθεια....
Φυλακες με σαπιες εικονες... καινουριες ιδεες και αρρωστες κραυγες... ζητιανευω λιγη πικρα απ'το χθες... σαν παλιους στιχους αλητευει η ψυχη μου στα μονοπατια του σημερα, του αυριου και βιαζομαι, και φοβαμαι! Κρατιεμαι γι'αλλη μια νυχτα μονη στα στενα μου, στους δρομους που γλυστρανε και πεφτουν παλι στο ιδιο λαθος, παλι στα ιδια σκηνικα... στις ιδιες αρρωστες αποφασεις... σαν πονολαιμος που δε λεει να φυγει, που φραζει τη φωνη και η κραυγη παραμενει πισω... παλι πισω... μια ζωη και μια επιστροφη παραλογη, αλλοκοτη... μια αποδειξη και μια αναμονη...παλι λαβωθηξε το ξωτικο μου, παλι ματωθηκε και το πανωφορι του μπαλωθηκε με την ιδια παλι κλωστη, παλι με την ιδια τεχνικη...παλι και παλι!!! Τα δακρυα εφυγαν, σταγνωσαν...λυγισαν και επεσαν εκει που δεν επρεπε, εκει που δεν ηθελαν να δεχτουν...και τα μαζεψα και τα κλειδωσα...και τα εθαψα!!! Παλι... παλι εγω, παλι ο ιδιος εαυτος μου, παλι... με το ιδιο μελανι, την ιδια προσευχη, το ιδιο παθος και την ιδια ψυχη... παλι...
Βρηκα τον δρομο μου, το δικο μου μονοπατι, που δεν εφτασε ποτε κανεις... βαδιζω στα γνωστα βηματα και νιωθω την αναγκη να με κυκλωνει... νιωθω παλι το ιδιο συναισθημα, την ιδια απαλη ζεστασια, και οταν κρυωνω, απλα φερνω τη θυμηση της... ειμαι εδω, ζωντανη μπροστα της, ειμαι εγω... χρονια και στιγμες που ηθελαν αλλοι να ξεχασω, να αλλαξω... κι ομως, ακομα και τωρα, ειμαι εγω... ειμαι και παλι μπροστα της, να με κραταει απο το χερι και με τραβαει κοντα της...κι εγω της παραδινομαι αμεσως, γιατι παλι ειμαι εγω... γιατι δεν αφηνω τις στιγμες να με ζυγιαζουν, να με εκτιμανε, να με πουλανε... εγω πουλαω, γιατι τωρα ειμαι εγω... και δεν αφηνομαι, δε θα αφεθω ποτε ξανα, θα ειμαι εγω, μπροστα της, διπλα της, μεσα της... δε θα πεταω τα δακρυα μου, δε θα τα στεγνωνω, βγηκαν απο μεσα μου κι ειναι δικα μου... γιατι μονο αυτη μπορει να με ξεχναει, μονο σ'αυτην επιτρεπω να με προδιδει, μονο αυτη με ξερει για να με αφησει... ειμαι εγω... για μια στιγμη της δικιας μου αιωνιοτητας, ειμαι εγω... εγω γραφω, εγω μιλαω, εγω νιωθω... και μονο εγω ξερω να νιωθω, ειμαι εγω... και γι'αυτην την στιγμη αφηνω την οποια μορφη εγωισμου να με λυτρωσει, να με παγιδεψει, να την ξεχασω και να την προδωσω, να με ερωτευτει, να με αγαπησει... να της λεω με ειρωνεια, πως ειμαι εγω... και να το εννοω... αλλα παντα μαζι, παντα στο ιδιο δικο μας μονοπατι...στον δικο μας κοσμο... γιναμε εμεις!!!
Ελα αποψε...
Ελα αποψε που πεθαινω...
Ελα εκει που η μαυρη μου ψυχη ετοιμαζεται να δραπετευσει!
Εκεινη την ωρα,
μην θυμηθεις τιποτ'απ'ολ'αυτα που καποτε μπορει να ξεστομισες θαμπωμενος απ'τη λαμψη ενος δανεικου σου ονειρου ή...
Κ γιατι οχι;
Ακομα κ αν ολ'αυτα θα μπορουσαν να ηταν μια πικρη σου αληθεια!
Ελα με πονο κ θλιψη,
φερμενα απ'τα βαθη της ανυπαρκτης ψυχης σου...
Αδραξε τον τρομο απ'τα ματια σου,
κ πνηξ'τον στις κραυγες των νεκρων που διψουν για μια σου ανασα!
Φτυσε πανω στο χωμα που θα με σκεπασει,
κ ασε το σαλιο σου να το ποτισει,
πικρο κ στιφο,
σαν σπερμα μιας στειρας θυμησης...
Κ υστερα κρυψου,
Μα πρωτα...
Ψελλισε στον ανεμο μια προσευχη για μενα,
καταρα κ ευχη στην ρωγμη του χρονου για το νεο κορμι που θ'αναστηθει!
Ελα αποψε που πεθαινω!
Ελα...
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος
στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω
και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μέσα σ' έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,
θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να 'ρθει ο αστυνόμος,
θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.
Απ' τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά,
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «Τον Ουράνη
μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε...».
Θ' απαντήσει άλλος παίζοντας: «Μ' αυτός έχει πεθάνει!».
Μια στιγμή θ' απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι
θε να πουν: «Τι 'ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε...»
και βουβοί στο παιχνίδι τους θα βαλθούνε και πάλι.
Κάποιος θα 'ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψη
πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην,
νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, κάποτε είχε εκδώσει
μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην».
Κι αυτή θα 'ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία.
Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες,
όπου θα' ναι όλοι οι φίλοι μου - κι ίσως ίσως οι οχτροί μου.
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι
και μια Καίτη, θαρρώντας πως την ξέχασα γι' άλλην,
θα μου γράψει ένα γράμμα - και νεκρό θα με βρίσει...
μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος
στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω
και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μέσα σ' έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,
θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να 'ρθει ο αστυνόμος,
θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.
Απ' τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά,
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «Τον Ουράνη
μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε...».
Θ' απαντήσει άλλος παίζοντας: «Μ' αυτός έχει πεθάνει!».
Μια στιγμή θ' απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι
θε να πουν: «Τι 'ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε...»
και βουβοί στο παιχνίδι τους θα βαλθούνε και πάλι.
Κάποιος θα 'ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψη
πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην,
νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, κάποτε είχε εκδώσει
μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην».
Κι αυτή θα 'ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία.
Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες,
όπου θα' ναι όλοι οι φίλοι μου - κι ίσως ίσως οι οχτροί μου.
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι
και μια Καίτη, θαρρώντας πως την ξέχασα γι' άλλην,
θα μου γράψει ένα γράμμα - και νεκρό θα με βρίσει...
Τελευταία φυλακή μου
Ειναι ωρα να στριψω στη στροφη...
και να βρεθω μεσα σ'ενα στενο δρομακι
μονοδρομος... ευθεια...
και καθε φορα που παω αναποδα
ολα γυριζουν και με κυκλωνουν...
τα ποδια βαραινουν σ'αυτην την περασμενα ωρα...
τα ματια ανοιγουν και τα ποδια γινονται βαρια
δεν ειναι ακομα ετοιμα να πεταξουν...
οι σκιες με κυκλωνουν και με παγιδευουν
λες και ημασταν φιλες απο παλια...
η βροχη δεν ακουγεται...
σταματησε αποτομα...
και μου ανοιξε δρομο να περασω βιαστικα...
να τρεξω χωρις να πεσω και να ξανασηκωθω...
και οι σκιες πιο καθαρες... εχασαν τη δυναμη τους
καθως εφτασα στο πλατυσκαλο της πολυκατοικιας...
ειμαι ησυχη, αναλαφρη και σιγουρη...
εφτασα στη φυλακη μου!
Ο Γραφιάς -Κώστας Καρυωτάκης-
Οι ώρες μ' εχλώμιαναν, γυρτός που βρέθηκε ξανεά
στο αχάριστο τραπέζι.
(Απ' τ' ανοιχτό παράθυρο στον τοίχο αντικρινά
ο ήλιος γλιστράει και παίζει.)
στο αχάριστο τραπέζι.
(Απ' τ' ανοιχτό παράθυρο στον τοίχο αντικρινά
ο ήλιος γλιστράει και παίζει.)
Διπλώνοντας το στήθος μου, γυρεύω αναπνοή
στη σκόνη των χαρτιών μου.
(Σφύζει γλυκά και ακούγεται χιλιόφωνα η ζωή
στα ελεύθερα του δρόμου.)
στη σκόνη των χαρτιών μου.
(Σφύζει γλυκά και ακούγεται χιλιόφωνα η ζωή
στα ελεύθερα του δρόμου.)
Απόκαμα, θολώσανε τα μάτια μου και ο νους,
όμως ακόμη γράφω.
(Στο βάζο ξέρω δίπλα μου δυο κρίνους φωτεινούς.
Σα να 'χουν βγει σε τάφο.)
όμως ακόμη γράφω.
(Στο βάζο ξέρω δίπλα μου δυο κρίνους φωτεινούς.
Σα να 'χουν βγει σε τάφο.)
Ο άλλος δρόμος...
Αυτος ο αλλος δρομος φαινεται καθαρος...
που δε θα μ'αφησει να δωσω,
δε μ'αφησει να ειμαι ο εαυτος μου,
θα με κρατησει μακρυα,
να μαθω απο τα λαθη μου,
να μαθω να αλλαζω,
γιατι καθε αλλαγη ειναι και μια γεννηση!
Αυτος ο δρομος θα με μαθει,
θα με διδαξει να απομακρυνομαι,
να φευγω, να μη στεκομαι τοσο κοντα,
να αναπνεω τον δικο μου αερα,
να μιλαω παντα τη δικια μου διαλεκτο
και να μη κλεβω τις δικες του λεξεις,
να μη βουταω στο δικο τους ψεμα...
αυτη η αγκαλια δε θα με σφιξει ποτε πανω της,
θα με σπρωχνει παντα σε'μενα,
θα με διαλεγει και θα με κραταει,
θα με αφηνει...
θα με ξεχναει...
θα διαλεγει τις στιγμες τις δικιες μου,
θα πηγαινει στα δικα μου μονοπατια
και θα κραταει το δικο μου ρυθμο...
θα με μαθει να ειμαι εγω...
να φευγω και να μη γυρναει,
θα με μαθει πως ο κυκλος μπορει να εχει γωνιες,
αυτος ο απολυτος κυκλος θα μπορει να κοπει στη μεση
να μη γινει ποτε πανσεληνος...
θα με μαθει πως ο κυκλος δεν ειναι παθος,
αλλα απλα ενα σχημα...
Ο δικός σου τρόπος...
Τα χερια μου κλειστα, σφραγισμενα...
μενουν πισω σε καθε βημα
και τα ποδια μου κυκλωνουν το δικο μου συναισθημα...
δεν ξερω τον τροπο,
αλλα εχω τον δικο μου.
Δεν υπαρχει κανενα κλειστο μονοπατι
που να με κανει να μην μπορω να βγω,
εχω τον δικο μου τροπο...
εχω τις δικες μου πραξεις...
τα δικα μου λογια που απλα...
ειναι πετουμενα.
Δεν κρυβομαι,
αλλα δεν ξερω να αφηνομαι...
δεν λυπαμαι,
αλλα δεν ξερω τι αξιζει να χαρω.
Ειμαι πισω απο ολα,
εχω φωνη και δεν ακουγομαι,
εχω σωμα και δεν πληγωνομαι.
Μενω σε μονοπατια που δε βαδισε κανεις
και αφηνω τα δικα μου αποτυπωματα...
και πισω απο καθε βημα,
φερνω και μια καινουρια γλυκια λεξη,
που ισως καποτε βρεθει καποια να την πιστεψει...
δε μιλαω,
αλλα οι λεξεις μου υπαρχουν,
εχουν νοημα και υποσταση...
δεν ξερω πως να τις προφερω,
αλλα θα βρω...
τον δικο μου τροπο...
Νά'χω λόγο.......
Μη συγχωρησεις τα λαθη μου..για να μην μπορεσω να τα ξανακανω...μη με βαζεις στο γκριζο...σπρωξε'με στο λευκο...σπρωξε'με να εχω τον πονο απ'τα χερια σου στην πλατη μου, να μην μπορεσω να σε ξεχασω ποτε! Βαλε στα ονειρα μας τρελα, να φανει σαν ψεμα...αυτη που δεν ειχαμε το θαρρος να διαλυσουμε, να μας παρασυρει στον αιωνιο, σ'αυτην την αιωνιοτητα που δεν ξεχωριζεις συνορα, ιδια παντα η δικη μας πολη, η δικη μου πολη!! Παρε θαρρος, μη χαμηλωνεις τα ματια, μη διωχνεις το βλεμμα, αφησε το στο κενο μας...και προσπαθησε να μην πεσεις ποτε μεσα...καθησε απαλα και ασε τα ποδια να αιωρουνται!! Δε θελω να χαθω, δε θελω να χαθεις...αυτο το χαος που μας προσδιοριζει, μην το ακολουθεις, παρε τη σειρα μας, ακολουθησε τις ραγες μου...και φτασε στο τελος μας, σαν πικρο αντιο η ζαχαρη...ενας καφες μετριος, να γευτω τη πικρα σου, τη γευση σου ζηταω, στη γευση σου θελω να χαθω, οχι στο κενο μας...γιατι αν πεσω, θα χαθει κι αυτο... μη χανεσαι, να εισαι εδω...αγαπησαμε τα ιδια λαθη, τα ιδια βηματα, τους ιδιους στιχους..τους δικους μου στιχους...κρατησε στιγμες και ασε τα χερια ανοιχτα στο κενο μας, και δες αν εχουν το θαρρος να πεσουν αυτες μεσα, οχι εμεις...μην τις αφησεις να αιωρουνται σαν στοιχεια γυρω μας...κρατα τις ανασες μας, τα ονειρα μας....
να ζεις...για να εχω λογο να γυρισω, να σε πιασω απο εκει που σε αφησα...να ζεις, και να κανεις ονειρα, να εχω λογο να σ'αγαπησω παλι...να γελας, να'χω λογο να σε κοιταω...να θυμασαι, να'χω λογο να μη χαθω....
Το δικο μας λαθος...
καναμε λαθος και το λατρεψαμε...
το στησαμε μπροστα μας και δεν το παραμερισαμε,
γιναμε ενα μ'αυτο...
το αγκαλιασαμε και οπου κι αν πηγαιναμε,
το παιρναμε μαζι μας...
το καναμε ηλιο, βροχη και χιονι...
το κρατησαμε κατω απ'τη σκια μας μη λιωσει,
το κρυψαμε κατω απο την ομπρελα μας
μη μουσκευτει και λερωθει...
το καναμε νυφαδα να χαρει...
και το φυλαξαμε στην πιο κρυφη μας γωνια...
στα πιο αγαπημενα μας συρταρια...
το φορεσαμε σε γιορτες και σε βολτες...
το κουβαλησαμε πανω μας,
το καναμε γλυκο,
το αγαπημενο μας τραγουδι,
το καναμε στιχο...
το αναψαμε φωτια να μας ζεστανει..
το κρατησαμε σφιχτα να μη μας φυγει,
το τυλιξαμε σε ο,τι ομορφο ειχαμε σαν θυμηση
και το λυγισαμε,
το διπλωσαμε να χωρεσει στη πιο μικρη μας τσεπη...
το αλλαξαμε,
το μεταμφιεσαμε,
το ριξαμε στο χρονο να παρει την δικια του υποσταση...
το καναμε ζωη μας...
κι αυτο το λαθος θα μας καθοδηγει!
Μη θυμωνεις για τα λαθη μου,
μαζι τα αγαπησαμε...
O μικρός έρωτας...
Tο τρενο εφυγε...
σταθηκε για λιγο στον σταθμο...
η βροχη εκανε εντονη την αναγκη
κι ο ερωτας πιο μικρος κι απο ποτε,
περπατησε πανω στις ραγες...
μ'ενα χαμογελο πλατυ,
μ'ενα θαρρος και μια ανταμοιβη...
περπαταει μπροστα απο το τρενο,
κρατει καλα την ισορροπια του...
κουβαλαει μαζι του χιλιαδες αναμνησεις που βαραινουν...
ειναι μικρος,
ειναι ενα παιδι που κουραστηκε το ταξιδι
και θελησε να περπατησει πανω στο ονειρο του...
το τρενο ξεκινα,
και το παιδι πανω στις ραγες
τραγουδαει εναν γνωστο σκοπο,
παλιο τραγουδι,
αλλοκοτοι στιχοι...
το τρενο ξεκινησε και το παιδι δεν προλαβε να φυγει...
πληγωθηκε απο το ονειρο του,
απο τις ραγες που ακολουθουσε με πιστη,
με αφοσιωση και αγαπη...
το τρενο φαινεται απο μακρυα,
μεχρι που χαθηκε κι αυτο τελειως...
τα λογια αιωρηθηκαν,
χαθηκαν στις πιο ψιλες σταγονες της βροχης...
και το παιδι εμεινε πισω...
ξαπλωμενο πανω σε ο,τι ονειρευτηκε,
σε ο,τι ηλπιζε κι αγωνιουσε...
σε ο,τι αγαπησε...
Όνειρά μου...τα πάντα και τίποτα...
ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΟΝΕΙΡΑ Σ'ΕΝΑ ΠΑΓΩΜΕΝΟ ΤΟΠΙΟ ΠΟΥ ΕΧΩ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ ΣΥΝΗΘΙΣΕΙ, ΟΜΩΣ Η ΚΑΡΔΙΑ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΙ ΑΛΛΑΓΕΣ, ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ ΣΤΑΘΕΡΟ ΓΙΑ Ν'ΑΝΤΕΞΕΙΣ ΤΟ ΑΥΡΙΟ. ΙΔΙΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΙΔΙΑ ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΑ ΟΝΕΙΡΑ...ΤΟΤΕ ΟΙ ΕΛΠΙΔΕΣ, ΤΩΡΑ ΟΙ ΑΝΑΒΟΛΕΣ. ΟΧΙ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ, ΑΛΛΟΣ ΤΕΤΟΙΟΣ ΠΟΝΟΣ...ΙΔΙΕΣ ΑΛΛΟΚΟΤΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΕΡΧΟΜΟ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ. ΚΟΙΜΗΣΟΥ, ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ, ΚΙ Η ΜΕΡΑ ΘΑ ΦΕΡΕΙ ΑΛΛΟΝ ΠΟΝΟ...ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΠΟΝΟ, ΝΕΑ ΓΙΟΡΤΗ...ΘΥΜΑΣΑΙ;;; ΘΕΩΡΙΕΣ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ, ΠΑΡΑΤΗΜΕΝΕΣ ΣΕ ΝΕΑ ΘΑΡΡΗ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗ...ΟΜΩΣ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΙΔΙΑ, ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΜΕΝΗ ΣΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΙΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ. ΠΟΤΕ ΘΑ ΒΑΛΩ ΛΟΥΚΕΤΟ;; ΤΙ ΑΞΙΟΘΡΗΝΗΤΟ ΚΑΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ; ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΑΣΤΕΙΑ... ΑΠΑΞΙΩΤΙΚΑ!!! ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΩΝΑΞΩ ΠΩΣ ΥΠΑΡΧΩ...ΚΙ ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ, ΑΛΛΑ Η ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΛΕΕΙ ΑΛΛΑ, ΜΙΑ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΓΩ ΜΟΥ, ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ. ΣΥΓΝΩΜΗ ΜΟΝΟ ΣΕ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕΣΑ ΜΟΥ...ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΕ ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΙΠΩΘΟΥΝ. ΕΝΑ ΦΑΝΕΡΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΟΥ... ΔΙΑΒΑΣΤΕ'ΤΟ. ΜΟΝΟ ΑΝ ΜΠΟΡΕΣΕΤΕ ΝΑ ΤΟ ΑΝΟΙΞΕΤΕ Κ ΦΑΝΕΡΩΘΕΙ ΑΛΛΟΚΟΤΗ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΘΑ ΠΑΡΟΥΝ ΦΩΣ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ. ΔΑΝΕΙΚΑ ΧΕΡΙΑ ΖΗΤΑΩ ΓΙΑ ΝΑ ΠΙΑΣΤΩ... ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΜΕ ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΣΙΓΟΥΡΙΑΣ ΘΑ ΤΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ. ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΠΑΡΑΤΑΣΗ, ΑΛΛΑ ΨΕΜΜΑΤΑ...ΘΕΕ ΜΟΥ...ΤΙ ΒΑΡΟΣ! Η ΑΝΑΠΝΟΗ ΜΟΥ ΛΙΓΟΣΤΕΥΕΙ, ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΟΥ...ΝΙΩΘΩ ΟΤΙ ΑΙΩΡΟΥΜΑΙ ΚΙ ΟΜΩΣ ΕΙΜΑΙ ΚΑΡΦΩΜΕΝΗ ΣΤΟ ΚΕΝΟ ΜΟΥ, ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΚΕΝΟ ΑΕΡΟΣ ΠΟΥ ΔΕ ΜΟΥ ΜΕΝΕΙ ΑΛΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ, Ο ΔΕΙΚΤΗΣ ΓΥΡΝΑΕΙ ΚΙ ΟΙ ΜΠΑΤΑΡΙΕΣ ΤΟΥ ΡΟΛΟΓΙΟΥ ΜΟΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΝ, ΝΑ ΞΑΠΟΣΤΑΣΩ. ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΤΗΝ ΤΙΜΩΡΙΑ ΜΟΥ...'Η ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ;; ΠΑΓΩΣΑΝ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΜΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΘΛΙΜΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΜΥΣΤΙΚΟΥ ΒΟΗΘΟΥ ΜΟΥ. Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΘΑ ΜΕ ΠΛΑΚΩΣΕΙ...ΤΟ ΝΙΩΘΩ, ΑΚΟΥΜΠΑΕΙ ΑΠΕΙΛΗΤΙΚΑ ΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ...'Η ΜΗΠΩΣ ΜΕ ΧΤΥΠΑΕΙ ΣΥΝΘΗΜΑΤΙΚΑ; ΘΑ ΤΟΝ ΑΝΤΕΞΩ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΟΥΡΑΝΟ ΜΟΥ; ΤΟΣΕΣ ΠΛΗΓΕΣ ΚΑΙ ΤΟΣΑ ΛΑΘΗ...ΟΛΑ ΣΕ ΜΙΑ ΓΩΝΙΑ, ΣΑ ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΑ ΣΚΥΛΙΑ ΝΑ ΜΕ ΚΟΙΤΑΝΕ ΚΑΙ ΝΑ ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ...ΟΜΩΣ ΕΓΩ ΠΟΤΕ ΜΟΥ ΔΕ ΦΟΒΗΘΗΚΑ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ, ΟΙ ΙΑΙΝΕΣ ΜΟΝΑΧΑ ΜΟΥ ΠΡΟΚΑΛΟΥΣΑΝ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣΤΙΟ, ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΔΕΟΣ...ΔΕΟΣ ΤΡΟΜΑΧΤΙΚΟ. ΚΑΙ ΘΑ ΤΙΣ ΒΡΩ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ...ΓΙΑΤΙ ΤΙΣ ΦΟΒΑΜΑΙ...ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΑΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΩ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ, ΟΙ ΙΑΙΝΕΣ ΘΑ ΜΕ ΚΥΚΛΩΣΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΜΕ ΣΙΓΟΤΡΩΝΕ. ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ Ο ΔΡΟΜΟΣ; ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΙΘΑΚΗ ΜΟΥ; .......ΠΟΥ ΠΗΓΕ Η ΜΕΛΑΝH ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ; ΠΟΤΕ ΠΗΓΕ ''ΔΩΔΕΚΑ''...'Η ΜΑΛΛΟΝ ΤΡΕΙΣ;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













